English Greek
15
Παρ, Μάι
0 New Articles

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

Η Μπύρα Μειώνει Τον Κίνδυνο Εμφάνισης Εγκεφαλικών Και Καρδιακών Παθήσεων

Υγεια
Typography
  • Smaller Small Medium Big Bigger
  • Default Helvetica Segoe Georgia Times

Μία μέτρια ημερήσια πρόσληψη αλκοόλ (όπως η μπύρα) βοηθά στην αύξηση της «καλής» χοληστερόλης και μειώνει τον κίνδυνο εγκεφαλικών στο μισό.

Όλοι έχουμε ακούσει για τα οφέλη που προσφέρει στην υγεία το τσάι, ο καφές, η σοκολάτα και το κόκκινο κρασί, κανείς - ή τουλάχιστον κανείς- δεν έχει ακούσει, όμως, για τα οφέλη που μπορεί να προσφέρει η μπύρα στην υγεία.

Ενώ πολλοί την κατηγορούν ότι μπορεί να δημιουργήσει τη λεγόμενη «μπυροκοιλιά», προκαλώντας διάφορα προβλήματα στην υγεία, πρόσφατη μελέτη από την Κίνα, αποκάλυψε ότι μία μέτρια ημερήσια πρόσληψη αλκοόλ (όπως η μπύρα) βοηθά στην αύξηση της «καλής» χοληστερόλης.

Μελέτες τόσο από την Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ όσο και από την American Stroke Association έδειξαν ότι οι άνθρωποι που καταναλώνουν μία μέτρια ποσότητα μπύρας μπορούν, επίσης, να μειώσουν τον κίνδυνο εγκεφαλικών στο μισό, σε σύγκριση με αυτούς που δεν πίνουν.

Όταν πίνετε μπύρα, οι αρτηρίες σας γίνονται ευέλικτες και η ροή του αίματος βελτιώνεται σημαντικά.

Τι άλλο έχουν δείξει οι έρευνες σχετικά με τα οφέλη της μπύρας
Πέρυσι, μια μελέτη έδειξε ότι ο κίνδυνος «πέτρας στα νεφρά» μειώνεται με την κατανάλωση μπύρας.

Φιλανδοί ερευνητές, με επικεφαλής τον Dr. Tero Hirvonen, μελέτησαν 27.000 μεσήλικες άνδρες και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι «κάθε μπουκάλι μπύρας που καταναλώνεται ανά ημέρα εκτιμάται ότι μειώνει τον κίνδυνο κατά 40%».

Το νερό που υπάρχει στη μπύρα αραιώνει τα ούρα και έτσι μειώνει τον κίνδυνο σχηματισμού λίθων, ενώ το αλκοόλ σύμφωνα με τους ειδικούς μπορεί να «αυξήσει την αποβολή του ασβεστίου», το κύριο συστατικό που προκαλεί πέτρα στα νεφρά.

Έπειτα από τη μελέτη των 38.000 μεσήλικων άνδρες, οι ερευνητές του Χάρβαρντ κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η περιεκτικότητα σε αλκοόλ που συναντάται στην μπύρα, αυξάνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη, γεγονός που βοηθά στην πρόληψη του διαβήτη. Η διαλυτή ίνα στην μπύρα βοηθά επίσης στον έλεγχο του σακχάρου στο αίμα.

Οι επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα πιστεύουν ότι η απλή γεύση της μπύρας αυξάνει, επίσης, την ποσότητα ντοπαμίνης στον εγκέφαλο - και έτσι όσοι την καταναλώνουν αισθάνονται πιο ήρεμοι και πιο χαλαροί, ενώ μελέτες που χρονολογούνται από το 1977 έχουν δείξει ότι όσοι επιλέγουν να πίνουν μπύρα έχουν ως και ένα πέμπτο λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν γνωστική εξασθένηση, ασθένεια Alzheimer ή άλλες μορφές άνοιας.

Φυσικά, μπορείτε να επωφεληθείτε από τη μπύρα με τη μοναδική προϋπόθεση ότι η κατανάλωση γίνεται... σε φυσιολογικά πλαίσια!

πηγή: protothema.gr

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Αλκοόλ: Με Ποιους Καρκίνους Συνδέεται Ακόμη Και Η Ελάχιστη Κατανάλωση
onmed.gr

Μελέτες που έγιναν στο παρελθόν συνδέουν την περιορισμένη κατανάλωση αλκοόλ με μικρότερο κίνδυνο ορισμένων ειδών καρκίνου.

Ποιό Ποτό Λάτρευε Ο Μακαρίτης Πρίγκιπας Φίλιππος, Που Έφτασε Μέχρι Τα 99;
el.gr

Η ιστορία λέει πως όταν κάποια στιγμή ο Φίλιππος, δούκας του Εδιμβούργου και σύζυγος της βασίλισσας Ελισάβετ, όταν προσκλήθηκε σε δείπνο από τον πρώην πρωθυπουργό της Ιταλίας Giuliano Amato, κοίταξε το κρασί που του προσέφεραν και είπε: «Φέρτε μου μπύρα. Ό,τι μπύρα και αν είναι, απλά να είναι μπύρα».

Κι Όμως, Η Μπύρα Μπορεί Να Γίνει Ακόμα Καλύτερη... Επιστημονικά!
Αλέξανδρος Καρατζάς

Το κατάφεραν μικροβιολόγοι.

Αλκοόλ: Πότε Να Σας Ανησυχήσει Το Ποτό Την Ημέρα
Ρούλα Τσουλέα

Πότε δημιουργεί πρόβλημα η κατανάλωση αλκοόλ στη διάρκεια της ημέρας. Τί λένε οι ειδικοί.

Το Αδιανόητο Όφελος Που Υπόσχεται Μια Μπύρα Ή Ένα Ποτήρι Κρασί Τη Βδομάδα Σύμφωνα Με Νέα Έρευνα
huffingtonpost.gr

Ούτε που θα το φανταζόμασταν αν δεν το αποδείκνυαν οι επιστήμονες. Κι όμως!

Η Μέτρια Κατανάλωση Αλκοόλ Επηρεάζει Τον Εγκέφαλό Σου Και Οδηγεί Σε Γνωστική Εξασθένηση
Αγγελική Μαξούρη

Η κατανάλωση επτά ή και περισσότερων *μερίδων αλκοόλ την εβδομάδα σχετίζεται με μεγαλύτερα επίπεδα σιδήρου στον εγκέφαλο σύμφωνα με μελέτη που έγινε σε σχεδόν 21.000 ανθρώπους η οποία και δημοσιεύτηκε στις 14 Ιουλίου στο περιοδικό PLOS Medicine.

Άλλα Άρθρα